Σωκράτης Γκιόλιας Επικοινωνία

Η Μαρία Καφετζή γράφει…

Για τον δικό μου Σωκράτη…

«Είναι νωρίς ακόμη μες στον κόσμο αυτόν, μ’ ακούς
Δεν έχουν εξημερωθεί τα τέρατα, μ’ ακούς
Το χαμένο σου το αίμα και το μυτερό, μ’ ακούς

Μαχαίρι …»  (Μονόγραμμα, Οδ. Ελύτης)

Ξημερώματα Δευτέρας  19 Ιουλίου του 2010

Ώρα: 6.00 π.μ.

Χτυπάει το τηλέφωνό μου. Στην οθόνη του κινητού μου αναβοσβήνει το όνομα «Αναστασία».

Σκέφτομαι «Κάτι έχει γίνει για να με παίρνει τέτοια ώρα».

Το σηκώνω. Μια τρεμάμενη φωνή με ξυπνά για τα καλά από τον ύπνο μου…

«Μαρία…»

Αλλά ας πάμε μερικά χρόνια πριν…

Απόγευμα 18ης Σεπτεμβρίου του 2001

Ώρα: 5.00 μ.μ.

Χτυπάει το τηλέφωνο του σπιτιού μου. Δεν έχουμε ακόμη αναγνώριση απλά χρωματίζεται η οθόνη πορτοκαλί.

Είναι η Κυριακή, οικογενειακή μας φίλη. Κάτι μου λέει για μια δουλειά, να πάω τώρα να με δει ένας Σωκράτης…

Κατά τις 5.26 μ.μ. είμαι ήδη σε ένα ξένο περιβάλλον, το οποίο –κάτι μου έλεγε, η διαίσθησή μου- θα μου γίνει πολύ οικείο. Γνώριμο, σαν το δωμάτιό μου. Κάθομαι σε μια καρέκλα.

Πίσω από μια οθόνη laptop, ανάμεσα σε εφημερίδες, σημειώσεις και φακέλους, διακρίνω έναν μελαχρινό άνδρα, μιλά στο τηλέφωνο. Το hands free στο αυτί… Το γέλιο του γεμίζει τον αέρα του γραφείου. Είναι σπαρταριστό. Πράγματι έχει κάτι πολύ οικείο. Σαν να τον ξέρω. Κάτι μου λέει ότι θα θέλει να με ξέρει κι εκείνος!

Λίγα λεπτά μετά…

Ώρα 6 μ.μ. της ίδιας ημέρας.

Η Κυριακή έρχεται προς το μέρος μου, μου πιάνει το χέρι και μου λέει

«Έλα να σου γνωρίσω τον Σωκράτη».

Τώρα βλέπω το πρόσωπό του, το χαμόγελό του, το hands free είναι ακόμη στο αυτί του. Ναι, φοράει γυαλιά. Ντυμένος με μια λευκή φόρμα.

«Χαίρω πολύ» θα μου πει και μια θερμή χειραψία.

«Ο Σωκράτης είναι ο αρχισυντάκτης μας» θα μου συστήσει εκείνη. Ο μοναδικός μου αρχισυντάκτης για τα επόμενα χρόνια, θα σας  ομολογήσω.  Ο αρχισυντάκτης αυτής της ζήσης! Φουλ Στοπ.

Νομίζω ότι εκείνη την ημέρα δεν θα την ξεχάσω ποτέ. Δεν θα αφήσω στιγμή να χαθεί μέσα στην λήθη του χρόνου. Η γνωριμία με τον Σωκράτη, μου άλλαξε την ζωή. Μεγάλη κουβέντα αυτή, όμως επιβάλλεται σε αυτή και μόνο την περίπτωση.

Δίπλα του πήρε σάρκα και οστά αυτό που παπαγάλιζα, όταν ήμουν μικρή μπροστά σε έναν καθρέφτη να προσποιούμαι ότι λέω ειδήσεις, «Όταν μεγαλώσω θα γίνω δημοσιογράφος».  Εγώ δεν ήμουν πια μικρό κοριτσάκι, αλλά και η δημοσιογραφία δεν ήταν αυτό που είχα στο παιδικό μου μυαλουδάκι.

Ο Σωκράτης πρώτα ήθελε να είμαστε «καλά παιδιά», «καλοί άνθρωποι», όπως έλεγε. Καλοί άνθρωποι όπως εκείνος. Μάλλον άνθρωποι όπως εκείνος. Κάτι που σπανίζει στις μέρες μας. Ήταν ένας σύγχρονος Διογένης με το φανάρι του.

Εργαζόταν πολλές ώρες. Με τον υπολογιστή σε ετοιμότητα, το στυλό γεμάτο μελάνι και χαρτιά, λευκά χαρτιά έτοιμα να γεμίσουν με σημειώσεις και ειδήσεις. Σαν τον λευκό καμβά του καλλιτέχνη. Το πιο χαρακτηριστικό του ήταν τα γυαλιά του. Δεν θα μπορούσα να φανταστώ τον Σωκράτη χωρίς τα γυαλιά του.

Ενέπνεε τον σεβασμό, δεν τον επέβαλλε. Να σας πω την αλήθεια πάντα τον ντρεπόμουν. Δεν ξέρω γιατί. Έμοιαζε με τις επιβλητικές εικόνες που βλέπουμε στις εκκλησίες και νιώθουμε δέος.

Επιστροφή στο ξημέρωμα της 19ης Ιουλίου 2010

Ώρα: 6.00 ακριβώς

Ακούω την τρεμάμενη φωνή της Τασίας στα αυτιά μου.

(Από Αναστασία έγινε η Τασία – κατά τον Σωκράτη. Βιαζόταν κι εγώ με στόμφο πρόφερα όλα τα σύμφωνα και φωνήεντα του ονόματος της, «Σιγά μωρέ με την ορθοφωνία; Αναστασία…», επανέλαβε γελώντας. Κάτι είχε γίνει πάλι και την ήθελε επειγόντως. Όπως εμένα τώρα η Τασία.)

Σαν να ξυπνώ από λήθαργο σχεδόν φωνάζει τώρα: «Μαρία, σκότωσαν τον Σωκράτη!»

Φουλ στοπ

Είναι μια στιγμή που ο χρόνος παγώνει. Που νομίζεις ότι έχει περάσει ένας αιώνας, αλλά είναι δευτερόλεπτα. Θαρρείς και κακά πνεύματα σε κοροϊδεύουν, είσαι σε κατάσταση ονείρου και δεν μπορείς να ξυπνήσεις.

Μόνο το «γιατί» κυριαρχεί. Αυτό το «γιατί» που το αναζητάς, έρχεται στο στόμα σου με κάθε ευκαιρία και δεν υπάρχει απάντηση.

Έχουν περάσει ώρες λίγες ώρες που μιλήσαμε. Διάσπαρτες λέξεις πάντα για δουλειά. Η φωνή της Τασίας σαν ξελαρυγγιασμένο γραμμόφωνο που έχει κολλήσει η βελόνα επαναλαμβάνει ξανά και ξανά την ίδια φράση: «Μαρία σκότωσαν τον Σωκράτη».

Πώς μπορεί να σκότωσαν τον δικό μας Σωκράτη; Μια κραυγή, ένα δάκρυ, τόση θλίψη. Αβάσταχτη θλίψη! Δεν μπορεί να είναι αλήθεια. Ο Σωκράτης υπάρχει!

Για πρώτη φορά στην ζωή μου θα πάω σε κηδεία.

Είμαι τώρα μπροστά του. Αυτή τη φορά δεν είμαστε στο γραφείο του.  Δυστυχώς. Θέλω να τον δω, να τον χαιρετίσω για μια ακόμη φορά. Γιατί να είναι η τελευταία; Τον φέρνω στο μυαλό μου σε εκείνη την πρώτη μας συνάντηση. Με την λευκή φόρμα. Και τα γυαλιά του.

Πλησιάζω τον Σωκράτη, ένα χέρι με πιάνει, θα με σφίξει, θα με κρατήσει όπως εκείνη την πρώτη μέρα. Είναι η Κυριακή – τραγική ειρωνεία το έλεγαν οι αρχαίοι –  το χέρι της με οδήγησε την πρώτη φορά μπροστά του, έτσι και τώρα στον ύστατο αποχαιρετισμό. «Τον χάσαμε τον Σωκρατάκο, τον αρχισυντάκτη μας» θα ψελλίσει.

Σκύβω να τον φιλήσω, πόσο θα ήθελα να τον ακούσω να μου λέει «Σιγά μωρέ θα μου φας το μάγουλο». Καμία απάντηση όμως.

Έχω μόνο λίγα δευτερόλεπτα, όπως πάντα, για να του πω την είδηση, όμως αυτή τη φορά δεν μου φτάνει ο χρόνος. Μόνο μια στιγμή για να τον αποχαιρετίσω για πάντα. Στην ανθρώπινη διάσταση. Τι να προλάβω να πω; Έχω τόσα να του πω, τόσα πολλά… Θα ήθελα να του πω πόσο τον αγαπώ, πόσο τον ευχαριστώ για όσα έκανε για μένα, αλλά πάντα λόγω συστολής δίσταζα. Γιατί, να μην γίνεται τώρα που βρήκα το θάρρος;

Ένα πεταχτό φιλί. Αυτός από μέσα κι εγώ σκυμμένη από πάνω… το ξύλο κακός αγωγός. Δεν με ένιωσε και δεν τον ένιωσα. Μόνο τα δάκρια μου πότισαν το φέρετρο.

Δεν ήθελα να τον αποχαιρετίσω έτσι. Θα ήθελα να δει το χαμόγελό μου και εγώ το δικό του. Αλλά δεν σχηματιζόταν χαμόγελο. Μόνο σφιγμένα χείλη. Κι ένα «γιατί» να με ρωτά αν ήρθε η ώρα για να βγει. Είναι νωρίς ακόμη, η απάντηση από το χέρι μου που μου έκλεισε το στόμα.

Λένε πως τα όνειρα είναι ο κόσμος που συναντούν οι ζωντανοί τους κεκοιμημένους. Μακάρι εκεί να έχω περισσότερο χρόνο μαζί του.  Εκεί θα τον ξαναδώ να γελάει.

Ξέρετε, δεν μου λείπουν οι αναμνήσεις όμορφες, γλυκές, πικρές με τον Σωκράτη. Όμως θέλω να τις κρατήσω για μένα. Είμαι πολύ εγωίστρια για να τις μοιραστώ. Ούτε κλεπτομνήμων δεν θα μπορούσε να μου υφαρπάξει τις μνήμες μου από τον Σωκράτη. Είναι αποκλειστικά δικές μου. Γιατί όσα κι αν σας πω για τον Σωκράτη Γκιόλια, αν δεν τον είχατε γνωρίσει δεν θα μπορέσετε ποτέ να καταλάβετε τι σημαίνει «άνθρωπος»…  Απλά θα πάρετε μια γεύση.

Αυτό όμως που θέλω να μοιραστώ με όλο τον κόσμο είναι τον θυμό μου, την περίεργη σιωπή γύρω από τη δολοφονία του. Κανείς δεν μιλά πια για τον Σωκράτη. Λες και είναι «το» απαγορευμένο. Σιωπή.

Μόνο κάποιοι ψίθυροι που και που, μια χούφτα άνθρωποι να «φωνά-ΖΟΥΝ» δολοφονία ελεύθερης φωνής.

Το «γιατί» έρχεται πάλι στα χείλη μου. Τούτη τη φορά το αφήνω να φτερουγίσει… ως τα πέρατα της γης: «Γ Ι Α Τ Ι ;»

up
down
Αφιερώσεις
  • Ο Νίκος αφιερώνει στην Αδαμαντία

    Ο Νίκος αφιερώνει στην Αδαμαντία…

  • Αφιέρωση Μέρος 1ο

    Ο Άρης Καραγιώργος αφιερώνει στον Σωκράτη…

  • Κατερίνα Γκιόλια

    Η Κατερίνα Γκιόλια οκτώμιση χρόνων…..

  • Ιωάννης Παπαδάτος

    Ο Ιωάννης Παπαδάτος πέντε χρόνων…..

  • Απόστολος Παπαδάτος

    O Αποστόλης Παπαδάτος εφτά χρόνων…..

  • Αλέξανδρος Ραμαντάνης

    Αλέξανδρος Ραμαντάνης εφτά χρόνων…..

next
Μηνύματα για τον Σωκράτη

Καλό κουράγιο

» Εστάλη από τον/την Δημήτρης

Γιατί σταματήσατε;

» Εστάλη από τον/την Νίκος

Aφιέρωμα στο Σωκράτη

» Εστάλη από τον/την Νίκος